Εισηγμένες: Ντιλ, ΑΜΚ και real estate ανατρέπουν τα δεδομένα
Ποιες εταιρείες αξιοποιούν το καλό κλίμα στην αγορά για να αναζητήσουν ανάπτυξη μέσω εξαγορών και ποιες κλειδώνουν υπεραξίες. Εννέα ενδεικτικές περιπτώσεις.
Το καλό κλίμα που επικρατεί στο Χρηματιστήριο της Αθήνας σε συνδυασμό με τις θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας (τουλάχιστον για συγκεκριμένους κλάδους αυτής) έχουν προκαλέσει έντονη κινητικότητα στο μέτωπο των deals, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός εισηγμένων εταιρειών να αναζητεί την ανάπτυξή του (και) μέσα από τη διαδικασία των εξαγορών.
Οι εταιρείες αυτές αποσκοπούν στο να αυξήσουν τα μεγέθη τους, να διευρύνουν την προϊοντική τους και τη γεωγραφική τους παρουσία, αλλά και να εκμεταλλευθούν συνέργειες και οικονομίες κλίμακας.
Πέραν αυτών όμως, υπάρχουν και εισηγμένοι όμιλοι, οι οποίοι βρίσκουν αυτή την περίοδο την ευκαιρία να προχωρήσουν σε ένα καλύτερο μείγμα περιουσιακών τους στοιχείων, ρευστοποιώντας κάποια από αυτά προκειμένου να επενδύσουν σε άλλα. Στα περιουσιακά αυτά στοιχεία συμπεριλαμβάνονται και τα ακίνητα, οι τιμές των οποίων έχουν αυξηθεί κατά πολύ την τελευταία πενταετία.
«Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα λειτουργεί προς όφελος των εισηγμένων εταιρειών, καθώς αυτές όχι μόνο έχουν πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα να αντλήσουν φρέσκα κεφάλαια από το χρηματιστήριο και τις τράπεζες, αλλά επιπλέον έχουν την επιλογή να προχωρήσουν με μεγαλύτερη ευκολία σε επιθυμητές αλλαγές και αναδιαρθρώσεις», υποστηρίζει γνωστό στέλεχος που δραστηριοποιείται στον χώρο των επενδύσεων.
Για παράδειγμα, η Ideal πούλησε πέρυσι τη θυγατρική της βιομηχανία Αστήρ Βυτόγιαννης «κλειδώνοντας» υψηλότατες υπεραξίες και λίγους μήνες αργότερα (Ιανουάριος 2025) εξαγόρασε την Μπάρμπα Στάθης, από την οποία προσδοκά σημαντικά οφέλη στο μέλλον.
Αντίστοιχα, ο Όμιλος Quest από τη μια πλευρά διέθεσε το 20% της θυγατρικής του εταιρείας ταχυμεταφορών ACS έναντι τιμήματος που υπερβαίνει κατά πολύ τη λογιστική του αποτίμηση και παράλληλα απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας Μπενρουμπή, ενδυναμώνοντας την παρουσία του στον εμπορικό κλάδο.
Ο Όμιλος Fourlis περιόρισε μέσω placement κατά 16% τη συμμετοχή του στην Trade Estates, αντλώντας 29 εκατ. ευρώ, ποσό που θα διαθέσει σε άλλες αναπτυξιακές του κινήσεις. Εκτός αυτού, σταματώντας να ενοποιεί πλέον την Trade Estates, βελτιώνει πολλούς από τους χρηματοοικονομικούς του δείκτες.
Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ διέθεσε τη συμμετοχή της στην ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή έναντι πολύ ικανοποιητικού τιμήματος και την ίδια ώρα σχεδιάζει επεκτάσεις σε μια σειρά από δραστηριότητες, περιλαμβανομένων και των συμβάσεων παραχώρησης.
Η Cenergy προχώρησε το περυσινό φθινόπωρο σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με καταβολή μετρητών ύψους 200 εκατ. ευρώ και o όμιλος Τιτάν εισάγει αυτή την περίοδο στο NYSE την αμερικανική θυγατρική του, πουλώντας υπάρχουσες μετοχές και εκδίδοντας νέες. Εκτιμάται ότι από τη συγκεκριμένη διαδικασία θα αντλήσει μεταξύ 360 εκατ. δολαρίων (αν η τιμή διάθεσης είναι 15 δολάρια) και 432 εκατ. δολαρίων (αν τιμή διάθεσης είναι 18 δολάρια).
Οι βασικοί μέτοχοι των Cenergy και Titan America (Viohalco και Τιτάν) προτίμησαν να δουν τα ποσοστά στις θυγατρικές τους να μειώνονται, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμιά άμεση χρηματοδοτική ανάγκη για να προχωρήσουν στις προαναφερθείσες εκδόσεις. Όμως, έκριναν τη συγκυρία ως θετική και εξασφάλισαν πόρους που είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν μελλοντικά πολύ υψηλότερες επενδύσεις από αυτές που ήδη δρομολογούν.
Δεν είναι όμως μόνο οι πολύ μεγάλες εισηγμένες εταιρείες που ακολουθούν μια πολιτική «αριστοποίησης» των περιουσιακών τους στοιχείων. Για παράδειγμα, η Lavipharm μπορεί μεν να προχωρεί σε φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα, πλην όμως δεν διστάζει να αποχωρήσει από δραστηριότητες που δεν συμπεριλαμβάνονται στην κεντρική της στρατηγική (core business). Έτσι, στο τέλος του 2024 προχώρησε στην πώληση της θυγατρικής της Pharma Plus.
Επίσης, η Medicon Hellas πούλησε πέρυσι τη θυγατρική της εταιρεία πληροφορικής και παράλληλα ξεκίνησε επενδυτικό πρόγραμμα για τη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων που θα της επιτρέψουν να επεκτείνει την παρουσία της στα διαγνωστικά τεστ.
Η Centric έχει -μεταξύ άλλων- δημιουργήσει μια σημαντική βάση στην εγχώρια κτηματαγορά και τώρα εξετάζει τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθεί περισσότερο δυναμικά σε αυτή, προχωρώντας σε πωλήσεις ορισμένων ακινήτων και στην απόκτηση άλλων, ανάλογα με τις ευκαιρίες που θα παρουσιαστούν.
Τέλος, η ανοδική πορεία της εγχώριας κτηματαγοράς δίνει τη δυνατότητα σε εταιρείες που αντιμετωπίζουν ζητήματα ρευστότητας να προχωρήσουν σε πωλήσεις ακινήτων τους προκειμένου να περιορίσουν τον καθαρό τους δανεισμό και να βελτιώσουν τη ρευστότητά τους.